Eye Witness
Testimonies

Newspaper
Archives

Greek MFA
Telegrams

Political
Background

Νικος Βρουτανης / Γιωργος Σαββας
EN GR

ΚΕΝΤΡΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Νίκος Βρουτάνης / Γιώργος Σάββας
Τσακμακλί

Αθήνα 22/4/1964

Τοπωνύμια
Αμούρτης

Βορεινά μας, μετά από τον Άι Νικόλα, άρχιζε η αρχαία Κύμη. Αμούρτης που λέγαμε δηλαδή εμείς. Ο Αμούρτης ήταν ¾ έως 1 ώρα από το Τσακμακλί. Όσοι είχανε εκεί χωράφια, όταν τα καλλιεργούσαν, βρίσκανε πήλινα δοχεία με νομίσματα. Κάθε χρόνο περνάγανε Γερμανοί αρχαιολόγοι και τ’ αγοράζανε. Ο μπαρμπα-Θοδόσης βρήκε μια φορά ένα πήλινο μπογιατισμένο, σα χήνα ήταν.  Το’μαθε όμως ο Μπαλλατζής που ήταν το χωράφι δικό του κι έστειλε τσι φύλακες και του το πήρανε. Είχε και μνήματα αρχαία πολλά, με χρυσά μέσα. Πολλοί Έλληνες όταν θέλανε να τ’ ανοίξουν, για να μην τους πάρουν χαμπάρι, κτίζανε πρόχειρο σπιτάκι και τη νύχτα τ’ ανοίγανε. Πολλοί σε τέτοια μνήματα βρήκαν χρυσαφικά. Είχε βρει μια μέρα και μένα ο παππούς μου ο Χατζηδημήτρης κι από φτωχός εργάτης έγινε ο πρώτος του χωριού. Στην παραλία κοντά ήταν ένας λόφος μεγάλος, απάνω αυτού ήταν η αρχαία πολιτεία. Είχε σπασμένα κεραμύδια, στέρνες αρχαίες και πηγάδια πολλά, ξερά.

Μεικτά χωριά
Κούσμπεγλι (Közbeyli)

Νοτινά μας, λιγότερο από ώρα, ήταν το Κούσμπεγλι. Μικρό χωριό, καμιά εκατοστή σπίτια είχε, οι πιο πολλοί ήτανε Τούρκοι. Στ’ ανατολικά του χωριού μένανε οι Τούρκοι και δυτικά οι Χριστιανοί, ένας δρόμος τούς χώριζε. Το χωριό ήτανε σε πλαγιά βουνού. Κανά τέταρτο έξω από το χωριό είχε μια χαράδρα όλο δέντρα. Εκεί έβγαινε νερό πολύ και καλό. Πηγαίναμε και πλέναμε. Για να πάμε στη χαράδρα περνούσαμε μέσα από τα σοκάκια τους. Με τους Κουσμπεγλιώτες δεν είχαμε σχέσεις. Αυτοί πηγαίνανε στο Γκερένκιοϊ που ήταν πιο κοντά, με εκείνους είχανε επαφή. 

Τούρκικα χωριά
Σάμουρλα (Samurlu)

Ανατολικά (ΒΑ 7χλμ) δυο ώρες μακριά από μας ήτανε τα Σάμουρλα, σ’ ένα βουνό (πλαγιά) απάνω, φαινόντανε από μακριά. Τα Σάμουρλα είχαν πάνω από εκατό σπίτια. Μόνο Τούρκοι μένανε εκεί.Αυτοί κατεβαίνανε ούλοι στ’ Αλάγα [Alıağa] και ψουνίζανε.Οι Φωκιανοί (Ν. Φώκιες) πηγαίνανε κάθε μέρα σχεδόν και τους πουλάγανε ντομάτες, πράσα κι άλλα περβολαρικά. Εμείς δεν πολυπηγαίναμε, μονάχα αν θέλαμε ν’ αγοράσομαι καμιά κατσί-κα, κάνα ζώο, σπανίως. Μερκοί δικοί μας, πούχανε κάτι κτηματάκια εκεί κοντά, παίρναμε από τα Σάμουρλα κανέναν εργάτη.

Σχέσεις και συναλλαγές και στοιχεία Οικονομία

Ό,τι χρειαζούντανε οι γυναίκες στο σπίτι, σπίρτα, πετρέλαιο, ρύζι, καμιά πατάτα, ψιλοπράγματα δηλαδή, τα ψουνίζανε από τα μαγαζιά του χωριού. Τ’ άλλα, την Κυριακή το πρωί παγαίναμε με τα ζώα στις Ν. Φώκιες και τα ψουνίζαμε. Τα βρίσκαμε πιο φτηνά. Ένα γύρο το χωριό είχε φωκιανά κτήματα, αυτοί ψωνίζανε από τα μαγαζιά μας. Κάθε βράδυ στα καφενεία μαζευόντουσαν και δεκαπέντε νομάτοι Φωκιανοί. Μερικοί από μας πηγαίνανε στ’ Αλάγα και ψουνίζανε στάρι και κάνα παπούτσι. Κάθε Δευτέρα στη Μελεμένη είχε παζάρι. Πηγαίνανε οι κτηνοτρόφοι τουλούμια τυρί, βούτυρο, τα πουλάγανε και παίρνανε άλλα είδη. Όταν αρρωστούσε ένας ήθελε να πάρεις τ’ άλογο να πας τσι Ν. Φώκιες να φέρεις γιατρό. Το δόντι άμα πόναε, στο έβγαζε με την τανάλια ο κουράς του χωριού. Πρώτα είχε δυο μαγαζιά το χωριό, μπακάλικα και καφενεία μαζί. Το ένα ήτανε του Γκαμήτρου και τ’ άλλο του Γιαχνή. Μεταγενέστερα άνοιξε κι ένα στο Παπασκιοϊ. (μαχαλάς του χωριού). Είχαμε κι ένα κα–φενείο στο Σεούτι (μαχαλάς του χωριού), του Κωνσταντή. Είχαμε δυο τσαγκαράδες στο χωριό, φτιάνανε και ποδήματα για τη δουλειά, τζισμέδια τα λέγαμε. Ήταν από μαλακό δέρμα και φτάνανε κάτω από το γόνατο. Τα βάζαμε για τη δροσιά και για τα φίδια. Χωρίς αυτά δεν περπατάγαμε, είχε χορτάρι πολύ ο τόπος. Ερχότανε Εβραίοι γυρολόγοι απ’ τσι Φώκιες και πουλάγανε υφάσματα. Τα δίνανε διπλή τιμή γι’ αυτό οι περισσότεροι πάγαιναν μόνοι τους τσι Φώκιες και ψουνίζανε. Και στη Μελεμένη αν τύχαινε να πάνε γι’ άλλη δουλειά, ψουνίζανε κιόλα.Οι μπακάληδες ψουνίζανε στη Σμύρνη. Πηγαίναμε με καΐκια και (ΛΕΙΠΕΙ Η ΣΕΛ 109)

Λαϊκή Ιατρική
Άμα έπιανε κανέναν πονοκέφαλος, κάτι γυναίκες κάνανε γατροσόφια και πέρναε. Βάζανε σ’ ένα τάσι νερό και σπάζανε μέσα αυγό. Μετά ρίχνανε φύλλα αλυγαριάς και λέγανε κάτι λόγια. Το τάσι το βάζανε στο δώμα για να το δει τ’ αστέρι. Πρωί πρωί πριν να βγει ο ήλιος, άδειαζαν το τάσι στο κεφάλι σου, λίγο-λίγο, μαζί με τις αλυγαριές κι ο πονοκέφαλος πέρναε. Τ’ αυγό γινότανε σαν ψημένο. Λίγες τα ξέρανε αυτά, γητειές τα λέγανε.

Διωγμός του 1914 και Έξοδος

Το 14 το χειμώνα, στείλανε κάτι φάκελλα στους προέδρους των χωριών. Όταν σας ειδοποιήσουμε τους είπανε θα τ’ ανοίξετε, γιατί αλλιώς θα σας σκοτώσομε. Στο Τσακμακλί είχαμε πρόεδρο έναν που τον λέγανε Κουρέλα. «Εγώ θα κάνω του κεφαλιού μου, είπε αυτός, και θα το ανοίξω.» Το διάβασε κι έγραφε μέσα «Κόψτε ληστέψτε». Είχε γίνει λάθος κι είχανε στείλει σε μας το φάκελλο που προοριζόταν για τον Τούρκο πρόεδρο του Κουσμπεγλιού. Ο Κουρέλας το διέδωσε στο χωρίο, εμείς όμως δεν τον πιστέψαμε. Σε λίγο καιρό οι τούρκοι πιάνανε τα κοπάδια, δέρνανε τσοπάνοι, Τουρκάλες μας παίρνανε τα πράματα, ψάχνανε για λεφτά. Διαδιδόταν πως γίνεται διωγμός. Όταν πια είδαμε έτσι, άλλοι φύγανε και πήγαν στις Φώκιες, κι άλλοι περάσανε σ’ ένα νησάκι απέναντι το Παρθένι.

[Βρουτάνης] Εγώ πήγαινα τότε σχολείο στις Φώκιες. Ειδοποιηθήκαμε πως το βράδυ θα έρθουν Τούρκοι να μας σφάξουν. Συγκεντρωθήκαμε κάμποσες οικογένειες σ’ ένα σπίτι γερό. Στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα κατεβήκανε Τούρκοι οπλισμένοι από τα γύρωχωριά. Ρίχνανε με τους γκράδες. Προσπαθήσανε ν’ ανοίξουνε τσι πόρτες μα δεν μπορέσανε. Σαν ησυχάσανε λίγο τα πράγματα πηδήξαμε από το πίσω μέρος από τα παράθυρα κι από κάτι απόμερα σοκάκια φύγαμε. Πήγαμε σ’ ένα βουνό κοντά στη θάλασσα. Μείναμε 7 μέρες κι ήρθε ένα βαπόρι «Πηνειός» και μας πήρε. Όσοι είχανε καΐκια φύγανε πιο γρήγορα και πήγαν στη Μυτιλήνη και ειδοποίησαν.

[Σάββας] Οι πιο πολλοί περάσαμε στο Παρθένι με βάρκα. Εκεί δεν είχαμε νερό, πίναμε θάλασσα. Είχαμε μια βαρκίτσακαι βγαίναμε κρυφά με προφυλάξεις και γεμίζαμε δυο σταμνίτσες. Κάνα δυο γυρίσανε στο χωριό να πάρουνε πράματα και τους προλάβανε οι Τσέτες και τους σφάξανε. Από το Παρθένι φύγαμε με καΐκια και πήγαμε στη Μυτιλήνη. Από εκεί σε λίγο σκορπίσαμε, άλλοι φύγανε στη Θεσσαλονίκη άλλοι στην Αθήνα κι άλλοι μείναμε.

[Βρουτάνης] Το 20 στην Καλλονή που ήμαστε, ειδοποιηθήκαμε ότι θα πάει καΐκι στην πατρίδα. Κατεβήκαμε στη Μυτιλήνη μπήκαμε στο καΐκι και φύγαμε. Μας έβγαλε στις Ν. Φώκιες κι από κει πήγαμε στο Τσακμακλί. Το χωριό ήτανε γεμάτο χόρτα, ένα μέτρο είχανε φτάσει. Κι αγριόχοιροι ακόμα είχανε κατέβει. Στα σπίτια μας κατοικούσανε Τούρκοι πρόσφυγες, Ματζούρηδες τσι λέγανε, Μακεδόνες. Μόλις πήγαμε, σε δυο μέρες το εγκαταλείψανε το χωριό, δεν τα πειράξανε τα σπίτια. Πρώτα πήγανε στο Τσακμακλί τρεις από τους δικούς μας.  Αυτοί δυστυχώς μαζέψανε πράματα κι από των άλλων τα σπίτια και τα πήγανε στα δικά τους. Εκεί σε μας δεν υπήρχε αστυνομία και δεν είχε τάξη. Βγάλαμε τα χόρτα από το χωριό, το συγυρίσαμε, νοικοκυρέψαμε τα χωράφια μας, μα δεν προλάβαμε να τα χαρούμε. Εγώ στις αρχές του 22 πήγα στρατιώτης. Οι δικοί μου μείνανε στο χωριό μέχρι τον Αύγουστο. Τότε κάτι Τσακμακλιώτες που ήτανε στρατιώτες πήγανε και διαδώσανε ανησυχαστικές ειδήσεις, ότι υποχωρεί ο στρατός. Ο κόσμος άρχισε να φοβάται, ανεβαίνανε στα υψώματα και φυλάγανε μην πάνε οι Τσέτες και τους κόψουνε. Όταν είδαν πως στενεύουν τα πράματα συγκεντρωθήκανε πάλι στο Παρθένι. Έφυγε πρώτα ο παπάς και πήγε στη Μυτιλήνη στο λιμεναρχείο και ειδοποίησε. Στείλανε μεγάλο Πλουμαρίτικο καΐκι και τους πήγε όλοι στη Μυτιλήνη.

Σημερινή Εγκατάσταση

Τσακμακλιώτες έχει αρκετούς εδώ στο Χαϊδάρι, στην Κρήτη και στη Μυτιλήνη.

Old Phocaea (Eski Foça)

New Phocaea (Yeni Foça)

Gereneköy

Çakmaklı

N. Vroutanis & G. Savvas

 T. Karasakalis & N. Vroutanis